ἐφησυχάζω

ἐφησῠχάζω,
A remain quiet, Plb.2.64.5 (v.l. ἀφ-), Ph.2.65 (v.l. for ἡς-)

; ὀλίγον χρόνον Hld.4.11

;

μικρὸν -ησυχάσας τοῖς εἰρημένοις Id.6.7

;

ἀπὸ τῆς αἰώρης Aret.CD1.8

.
2 acquiesce in,

τῇ δικαιολογία PLond.5.1708.261

(vi A.D.);

τοῖς κρινομένοις Just.Nov.123.21

Intr.
II [voice] Act., pass over in silence, omit,

τὰ πλήθη τῶν ἄλλων Ph. 2.3

(v.l. for ἀφ-).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφησυχάζω — εφησυχάζω, εφησύχασα, εφησυχασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εφησυχάζω — (ΑΜ ἐφησυχάζω) [ἡσυχάζω] αναπαύομαι από τους κόπους, ξεκουράζομαι, ξαποσταίνω, ησυχάζω νεοελλ. 1. επαναπαύομαι, εμπιστεύομαι, επαφίεμαι, ξεθαρρεύομαι 2. αμελώ, παραμελώ νεοελλ. μσν. ησυχάζω ψυχικά για κάτι, παύω ν ανησυχώ μσν. αποσύρομαι σε μονή… …   Dictionary of Greek

  • εφησυχάζω — εφησύχασα, εφησυχασμένος, δεν ανησυχώ, επαναπαύομαι: Εφησυχάζεις με τη σκέψη πως δεν έκανες τίποτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφησυχάζῃ — ἐφησυχάζω remain quiet pres subj mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres ind mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσει — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 3rd sg (epic) ἐφησυχάζω remain quiet fut ind mid 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσω — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 1st sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind act 1st sg ἐφησυχάζω remain quiet aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάσῃ — ἐφησυχάζω remain quiet aor subj mid 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet aor subj act 3rd sg ἐφησυχάζω remain quiet fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχαζόντων — ἐφησυχάζω remain quiet pres part act masc/neut gen pl ἐφησυχάζω remain quiet pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχασάντων — ἐφησυχάζω remain quiet aor part act masc/neut gen pl ἐφησυχάζω remain quiet aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάζει — ἐφησυχάζω remain quiet pres ind mp 2nd sg ἐφησυχάζω remain quiet pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφησυχάζον — ἐφησυχάζω remain quiet pres part act masc voc sg ἐφησυχάζω remain quiet pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.